Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

H Kυρία με τη Λάμπα - Florence Nightingale








Σήμερα, 12 Μαίου είναι η Παγκόσμια Μέρα Νοσηλευτή. Αυτή η ημερομηνία που επιλέχθηκε για να γιορτάζουμε είναι η ημερομηνία γέννησης της πρωτοπόρου Αγγλίδας Νοσηλεύτριας Florence Nightingale.
Η Florence Nightingale
(12/5/1820 - 13/8/1910) ήταν μια Αγγλίδα νοσηλεύτρια, συγγραφέας και στατιστικός. Έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου για την πρωτοποριακή δουλειά της στη νοσηλευτική. Έγινε γνωστή ως "η κυρία με τη λάμπα" επειδή είχε τη συνήθεια να τριγυρνάει τις νύχτες στα δωμάτια και να φροντίζει τους πληγωμένους στρατιώτες.

Η Ναϊτινγκέιλ έθεσε τα θεμέλια για την επαγγελματική νοσηλευτική, ιδρύοντας το 1860 τη νοσηλευτική σχολή στο νοσοκομείο St Thomas στο Λονδίνο, που ήταν η πρώτη μη εκκλησιαστική νοσηλευτική σχολή στον κόσμο.
Πιπεράτη λεπτομέρεια για την προσωπική της ζωή(έτσι για να κρατήσουμε το ενδιαφέρον και των μη συναδέλφων αναγνωστών):
Η Νάϊτινγκέιλ δεν παντρεύτηκε ποτέ και εικάζεται ότι διατήρησε την παρθενιά της ως το τέλος.
Κάποιοι λένε ότι η αιτία ήταν η αφοσίωσή της στο επάγγελμα, κάποιοι ότι ήταν "θύμα" της πουριτανικής Βικτωριανής εποχής και κάποιοι ότι είχε βαθιές και μακροχρόνιες φιλίες με γυναίκες(χμμ)!
Πάντως έζησε ως τα 90 και πέθανε ήσυχα στον ύπνο της. Πρότυπο και σε αυτό τον τομέα!!!

Χρόνια μας πολλά λοιπόν συνάδελφοι! Είθε οι βάρδιες μας να είναι ήσυχες, να σώσουμε πολλούς ανθρώπους, να μην πάθουμε "Burnout",να μην κουβαλάμε τη δουλειά μας στο σπίτι και να καταφέρουμε να πάρουμε σύνταξη ενώ είμαστε ακόμα γεροί!

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Μια μικρή διένεξη…





«Η τέλεια σχέση μας μπάζει νερά και δεν είμαι εγώ το πρόβλημα», έκανε μια ακόμα βαρύγδουπη δήλωση η αγαπημένη μου, ρουφώντας δυνατά τη μύτη της.

Γαμώτο αυτές οι γυναίκες! Τα λατρεύουν αυτά τα πράγματα, δεν εξηγείται διαφορετικά. Συζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά, μεγαλοστομίες, δραματικοποίηση και πολύ κλάμα. Δεν αντέχω να τη βλέπω να κλαίει, ξέρω ότι δεν το κάνει για να τη λυπηθώ, αλλά αυτό το όπλο πραγματικά με κάνει να νιώθω ανίσχυρος. Θέλω τόσο να την πάρω αγκαλιά και τα της πω ότι έχει δίκιο, ότι όλα θα φτιάξουν αλλά για μια ακόμα φορά με προλαβαίνει.

«Μη μου πεις ότι έχω δίκιο, το ξέρω ότι έχω δίκιο και θα ήθελα να μην είχα, εντάξει; Σε παρακαλώ υποσχέσου το, αυτό και το ότι δε θα πεις πως όλα είναι εντάξει, ότι όλα θα φτιάξουν γιατί δε θα γίνει, όπως δεν έγινε μέχρι τώρα»

Δε λέω τίποτα. Την κοιτάζω με αγάπη, είναι τόσο χαριτωμένη έτσι με τα κόκκινα μάτια και τη μπουκωμένη μυτούλα της που σχεδόν ερεθίζομαι.

Μα, ανώμαλος είμαι;

Δεν έχω και να της πω τίποτα, για την ακρίβεια δε σκέφτομαι και πολλά αυτή τη στιγμή.

Θέλω να κοιμηθώ, να καθαρίσει το μυαλό μου.

Αλλά, αν το κάνω, αν φύγω και πάω για ύπνο, θα σκεφτεί πάλι ότι είμαι αδιάφορος και αναίσθητος.

Ουφ, αμάν πια με αυτή τη «μάχη των δύο φύλων», αν και οι γυναίκες είχαν αντρικό μυαλό, όλα θα ήταν τόσο πιο απλά! Οι γυναίκες βλέπουν παντού συνωμοσίες και προβλήματα και πάντα ζητούν περισσότερες εξηγήσεις από αυτές που είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε.

Δώσε μου λίγο χρόνο κορίτσι μου, να πάω με τους δικούς μου ρυθμούς, λίγο χώρο ν’ανασάνω ελεύθερα και θα είμαι δικός σου για πάντα.

Η αλήθεια είναι ότι δε μου φταις εσύ, ο εαυτός μου είναι το πρόβλημα, αλλά 30 χρόνια δεν τα βρήκαμε, δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη και δεν μπορείς να με βοηθήσεις αγάπη μου, είναι δική μου η μάχη, δικοί μου και οι δαίμονες.

Τα έχουμε πει και ξαναπεί. Τι νόημα έχει να τα επαναλαμβάνουμε;

Έτσι συνεχίζω να μη λέω τίποτα, κάθομαι και την κοιτάζω, περιμένω να τα πει, να ξεσπάσει και μετά να την αγκαλιάσω, να τη φιλήσω, να της πω «σ’αγαπάω, μη μ’αφήσεις ποτέ» και ίσως, αν το θελήσει, να της κάνω έρωτα, να αφήσω το σώμα μου να πει αυτά που το στόμα μου δυσκολεύεται να κάνει κατανοητά.

Δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να λήξει μια διένεξη ή πάλι σκέφτομαι με «το κάτω κεφάλι»;


Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Η "αόρατη" (β' μέρος)


Η Σταυρούλα έφτασε στο Άμστερνταμ ένα βροχερό απόγευμα του Οκτωβρίου, χωρίς συνάλλαγμα, πλήρως εξαρτημένη από το Γιώργο, που καθυστέρησε να φτάσει μία ολόκληρη ώρα στο αεροδρόμιο, αφήνοντάς την τρομοκρατημένη και χαμένη να τριγυρίζει στις αφίξεις. Δεν είχε ιδέα για το τι θα έκανε αν ο Γιώργος δεν εμφανιζόταν. "Είχε κίνηση" της είπε, "μη γκρινιάζεις, ακόμα δεν ήρθες!".
Και η Σταυρούλα το βούλωσε και δεν απαντούσε παρά μονολεκτικά σε όλη τη διαδρομή μέχρι...το σπίτι;
Όχι βέβαια! Στην ταβέρνα κατευθείαν, "δεν πιστεύω να είσαι πολύ κουρασμένη, μας περιμένουν για δουλειά".
Ένα "καλωσήρθες", την ποδιά και γρήγορα στην κουζίνα.
Πιάτα, ποτήρια, λαχανικά, φασαρία, "πιο γρήγορα, ακόμα η χωριάτικη;", "βγάλε τα καλαμαράκια από το τηγάνι", "πρόσεχε παιδί μου!".
Τα μεσάνυχτα τη βρήκαν ένα ράκος, με χέρια κομμένα, καμένα, τα παπούτσια την είχαν πεθάνει, μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα της από το πρωί.
Πήραν φαγητό για το σπίτι και επιτέλους έφτασαν.
Η "φωλίτσα" ήταν ένα επιπλωμένο στούντιο, στο διπλανό τετράγωνο, βρώμικο και με παλιά έπιπλα, αλλά στη Σταυρούλα φάνηκε παλατάκι.
Ήταν το λιμάνι της. Θα το έφτιαχνε εκείνη και θα το έκανε το ομορφότερο σπίτι του κόσμου!
Ήθελε μόνο να φάει κάτι και να πέσει για ύπνο αλλά φυσικά ο αρραβωνιαστικός είχε ορέξεις!
Όταν τελείωσαν και εκείνος ξεράθηκε η Σταυρούλα έβαλε τα κλάμματα και συνέχισε να κλαίει σιωπηλά για ώρα, αλλά στο τέλος νίκησε η κούραση και ο ύπνος ήρθε βαρύς, δίχως όνειρα.Από το επόμενο πρωί μπήκε σε μια ρουτίνα που δεν της άφηνε και πολύ χρόνο να σκεφτεί, ούτε καν να ονειρευτεί.
Δουλειά - σπίτι, σπίτι - δουλειά, χωρίς επαφή με άλλους ανθρώπους, χωρίς βόλτες και διασκέδαση.
"Όλα θα γίνουν. Κάτσε να τακτοποιηθούμε" της έλεγε εκείνος και τους πρώτους μήνες τον πίστευε και έκανε υπομονή.
Σιγά σιγά παράτησε τις προσπάθειες να μάθει αυτή τη δύσκολη και στριφνή γλώσσα, με τα αγγλικά της μπορούσε να συννενοηθεί για τα βασικά και η επικοινωνία της με τους άλλους ήταν πολύ περιορισμένη.
Ο Γιώργος την άφηνε πολλές ώρες μόνη και το μόνο που την ευχαριστούσε και την έκανε να ξεφεύγει ήταν να παίρνει το λεωφορείο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και να κάνει μεγάλες βόλτες στην πόλη.
Που εξαφανιζόταν δεν τον ρωτούσε ποτέ κι εκείνος δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται τις μικρές της αποδράσεις.
Τα χρήματα τα διαχειρίζονταν εκείνος, αιματηρές οικονομίες για να γυρίσουν πίσω και να στήσουν τη δική τους δουλειά, αυτό ήταν το σχέδιο, όμως ο Γιώργος εμφανιζόταν πάντα με καινούρια ρούχα, ξενυχτούσε όποτε μπορούσε (χωρίς εκείνη φυσικά, μην την ρωτήσετε, δεν ξέρει!) και αγόρασε και ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο, ευκαιρία της είπε, μεταχειρισμένο.
Είχε αρχίσει να έχει σοβαρές υποψίες ότι της λέει ψέμματα.
Στη μητέρα της δεν έλεγε πόσο δύσκολα περνάει, ούτε πόσο αδιάφορος είναι ο Γιώργος, δεν ήθελε, για μια ακόμα φορά, να στενοχωρήσει τους γονείς της.
Ο Γιώργος εντωμεταξύ, μέρα με τη μέρα γινόταν πιο επιθετικός, απότομος και αδιάφορος, με μικρές εναλλαγές τρυφερότητας και καλοσύνης.
Κάποια βράδια επέστρεφε πιωμένος, με ρούχα που βρωμούσαν καπνό και δε σήκωνε κουβέντα και άλλα την ξυπνούσε, τη χάιδευε, τη φιλούσε και της έταζε τον ουρανό με τ'άστρα.
Μια μέρα, για ασήμαντη αφορμή -το πουκάμισο που ήθελε να φορέσει ήταν ασιδέρωτο- τη χτύπησε και την επόμενη μέρα της έφερε δώρο ένα δακτυλίδι, ικετεύοντάς την να τον συγχωρέσει.
Και τον συγχώρεσε, λέγοντας στον εαυτό της ότι δε φταίει μόνο εκείνος κι εκείνη δεν είναι καλή σύντροφος και ίσως έχει δίκιο να την τιμωρεί!
Τόσο τυπική συμπεριφορά θύματος...

Tελικά ο Γιώργος είχε όλα τα χαρακτηριστικά που πρέπει oπωσδήποτε να αποφύγει μια γυναίκα.
Ψεύτης, πότης, χαρτοπαίκτης και βίαιος δεν του έλειπε τίποτα για να χαρακτηριστεί κάθαρμα!
Να λοιπόν που δεν ήταν ο Ξανθόπουλος ο ήρωάς του από εκείνες τις ταινίες της δεκαετίας του 60, αλλά ο κακός, αυτός που ταλαιπωρούσε τη φτωχή, πλην όμως τίμια, πρωταγωνίστρια, μέχρι να τη σώσει ο ήρωας από τα νύχια του.
Κλισέ, αλλά καμιά φορά η ζωή αντιγράφει την τέχνη με τον πιο κακόγουστο τρόπο!
Αυτή η ιστορία όμως δεν είχε κανέναν ήρωα, κανένα νέο, όμορφο και τίμιο παιδί του λαού δεν πήγε στην Ολλανδία να σώσει τη μικρή μας φίλη.
Η κοκκινοσκουφίτσα μας έπεσε στα νύχια του κακού λύκου λοιπόν;
Μια στιγμή!
Έλληνες είμαστε και οι εφευρέτες του "από μηχανής Θεού", έτσι δεν είναι;
Η λύτρωση της Σταυρούλας (η κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας) ήρθε με τη μορφή ενός επίσημου εγγράφου που έφτασε ένα πρωί στο πατρικό της.
Ο πατέρας της της μετέδωσε τα καλά νέα.
"Παιδί μου, σε προσλάβανε νοσηλεύτρια σε νοσοκομείο της Κρήτης!"
Η προκύρηξη είχε βγει 1,5 χρόνο πριν και η Σταυρούλα την είχε εντελώς ξεχάσει και για μερικά δευτερόλεπτα νόμιζε ότι κάποιος της κάνει πλάκα!
Η χαρά της φούσκωσε και πλημμύρισε το μικρό της σπίτι, αλλά τη μάζεψε γρήγορα και τη φύλαξε βαθιά στην καρδιά της καθώς κατάστρωνε γρήγορα, πριν έρθει εκείνος, ένα σχέδιο διάσωσης...
Ο Γιώργος δεν έμαθε τίποτα.
Η Σταυρούλα, αόρατα και σιωπηλά, όπως πάντα, συγκέντρωσε χρήματα (βρήκε που τα έκρυβε), έβγαλε εισητήριο, και ένα απόγευμα που ο Γιώργος πήγε στη δουλειά, αλλά εκείνη κανόνισε να έχει ρεπό, έφυγε από την Ολλανδία και τη ζωή του με ένα απλό μήνυμα πάνω στο τραπέζι:
"Φεύγω. Μη με ψάξεις. Τελειώσαμε. Σταυρούλα"