Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες από την κρύπτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες από την κρύπτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Θα πάω!




-Θα πάω σου λέω!
-Καλά, είσαι σοβαρή; Θα το αντέξεις;
-Γιατί; Μια χαρά θα είμαι! Μια κιουρία!
-Ξανασκέψου το Κατερινάκι. Εσύ δεν είσαι που βγάζεις φλούμπες και μόνο στην αναφορά του ονόματός του;
-Ναι, μωρέ, αλλά μου έσπασε τα νεύρα ο άχρηστος! Ακούς εκεί, να με πάρει τηλέφωνο μετά από τόσο καιρό για να μου πει ότι καλεί την κόρη του στη βάφτιση της μικρής του. Τώρα τη θυμήθηκε; Επίσημη καλεσμένη, λέει, και μάντολες μπλε! Έξω φρενών με έκανε και απαιτεί να στείλω το Χριστινάκι μόνο του από τη Νάξο 1 μέρα πριν τελειώσουν οι διακοπές μας. Αυτές που με τόσο κόπο κανόνισα, να μπορεί και ο Νάσος μου, που δουλεύει σα σκυλί.
-Ω, αλήθεια, πέφτει και πάνω στις διακοπές σας…
-Εμ, τι άλλο θα συνέβαινε; Αυτός, παιδί μου, γεννήθηκε για να με βασανίζει!
- Ρε φιλενάδα, πως στραβώθηκες και τον παντρεύτηκες;
- Ήμουν μικρή, μωρέ και δεν είχα καταλάβει τον πραγματικό του εαυτό. Ευτυχώς να λέω που η ζωή μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία. Λυπάμαι μόνο την κακομοίρα τη δεύτερη που δεν την άφησε και να δουλεύει, για να την έχει δεμένη, μην του φύγει κι αυτή. Μμμμ, ο πλούσιος, που δεν έχει δώσει 1 ευρώ για το παιδί όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά, να σου πω, στη βάφτιση θα πάω για να του τη σπάσω! Να δω τα ξινισμένα μούτρα του και να χαρώ. Εξάλλου η μικρή με έχει ανάγκη, ρε, πώς να την αφήσω στο στόμα του λύκου μόνη;
- Και θέλει να πάει;
- Ε, η αδερφή της βαφτίζεται, δεν έχει κι άλλη, την αγαπάει κι ας την έχει δει μια φορά όλη κι όλη. Όμως τον ακατανόμαστο ούτε να τον δει. Προχθές με ρωτούσε πως γίνεται ν’αλλάξει επίθετο και να πάρει του Νάσου!
-Αλήθεια; Γίνεται;
-Ναι, το ψάχνουν με τον Νάσο. Έχουν μεγάλη αγάπη τα δυο τους, μη σου πω ότι την αγαπάει πιο πολύ από τα δικά του. Να, προχθές της έδωσε και τα λεφτά για το δώρο (χρυσαφικό ντε, είμαστε υπεράνω εμείς) και του είπε: «Σ’ ευχαριστώ μπαμπά που πήρες δώρο για την αδερφή μου»! Σουρεάλ καταστάσεις. Μωρέ, λες να μην πάω;
-Ξαναρωτάω, θα το αντέξεις;
-Ουφ, δεν ξέρω! Δύσκολο θα είναι. Λίγοι καλεσμένοι, πως θα αντιδράσουν οι συγγενείς του να με δουν μετά από τόσα χρόνια…
- Τι να σου πω ρε κοπελιά, δυσκολάκι, όντως! Εγώ δεν ξέρω αν θα το έκανα…
- Το παιδί όμως θα είναι πολύ δυνατό με εμένα δίπλα του και εξάλλου δε θα πάω ακάλεστη. Με καλεί η «επίσημη προσκεκλημένη», η κόρη μου!
- Θα του το πεις; Μη μου πεις ότι θα κουβαλήσεις και το Νάσο μαζί;
- Όχι μωρέ, γιατί να βασανίσω το μωρό μου; Και στον ακατανόμαστο δε σκοπεύω να πω κουβέντα. Να χαλάσω την «έκπληξη»; Γι αυτό ζω! Αλλά μήπως θα ήταν καλύτερα να την πήγαινα και να έφευγα;
-Μμμμ, ότι νομίζεις φιλενάδα. Αϊ ρεστ μάι κέις!
- Μπα, το αποφάσισα! Θα στολιστώ, θα γίνω μια υπερπαραγωγή και ΘΑ ΠΑΩ!

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Η "αόρατη" (β' μέρος)


Η Σταυρούλα έφτασε στο Άμστερνταμ ένα βροχερό απόγευμα του Οκτωβρίου, χωρίς συνάλλαγμα, πλήρως εξαρτημένη από το Γιώργο, που καθυστέρησε να φτάσει μία ολόκληρη ώρα στο αεροδρόμιο, αφήνοντάς την τρομοκρατημένη και χαμένη να τριγυρίζει στις αφίξεις. Δεν είχε ιδέα για το τι θα έκανε αν ο Γιώργος δεν εμφανιζόταν. "Είχε κίνηση" της είπε, "μη γκρινιάζεις, ακόμα δεν ήρθες!".
Και η Σταυρούλα το βούλωσε και δεν απαντούσε παρά μονολεκτικά σε όλη τη διαδρομή μέχρι...το σπίτι;
Όχι βέβαια! Στην ταβέρνα κατευθείαν, "δεν πιστεύω να είσαι πολύ κουρασμένη, μας περιμένουν για δουλειά".
Ένα "καλωσήρθες", την ποδιά και γρήγορα στην κουζίνα.
Πιάτα, ποτήρια, λαχανικά, φασαρία, "πιο γρήγορα, ακόμα η χωριάτικη;", "βγάλε τα καλαμαράκια από το τηγάνι", "πρόσεχε παιδί μου!".
Τα μεσάνυχτα τη βρήκαν ένα ράκος, με χέρια κομμένα, καμένα, τα παπούτσια την είχαν πεθάνει, μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα της από το πρωί.
Πήραν φαγητό για το σπίτι και επιτέλους έφτασαν.
Η "φωλίτσα" ήταν ένα επιπλωμένο στούντιο, στο διπλανό τετράγωνο, βρώμικο και με παλιά έπιπλα, αλλά στη Σταυρούλα φάνηκε παλατάκι.
Ήταν το λιμάνι της. Θα το έφτιαχνε εκείνη και θα το έκανε το ομορφότερο σπίτι του κόσμου!
Ήθελε μόνο να φάει κάτι και να πέσει για ύπνο αλλά φυσικά ο αρραβωνιαστικός είχε ορέξεις!
Όταν τελείωσαν και εκείνος ξεράθηκε η Σταυρούλα έβαλε τα κλάμματα και συνέχισε να κλαίει σιωπηλά για ώρα, αλλά στο τέλος νίκησε η κούραση και ο ύπνος ήρθε βαρύς, δίχως όνειρα.Από το επόμενο πρωί μπήκε σε μια ρουτίνα που δεν της άφηνε και πολύ χρόνο να σκεφτεί, ούτε καν να ονειρευτεί.
Δουλειά - σπίτι, σπίτι - δουλειά, χωρίς επαφή με άλλους ανθρώπους, χωρίς βόλτες και διασκέδαση.
"Όλα θα γίνουν. Κάτσε να τακτοποιηθούμε" της έλεγε εκείνος και τους πρώτους μήνες τον πίστευε και έκανε υπομονή.
Σιγά σιγά παράτησε τις προσπάθειες να μάθει αυτή τη δύσκολη και στριφνή γλώσσα, με τα αγγλικά της μπορούσε να συννενοηθεί για τα βασικά και η επικοινωνία της με τους άλλους ήταν πολύ περιορισμένη.
Ο Γιώργος την άφηνε πολλές ώρες μόνη και το μόνο που την ευχαριστούσε και την έκανε να ξεφεύγει ήταν να παίρνει το λεωφορείο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και να κάνει μεγάλες βόλτες στην πόλη.
Που εξαφανιζόταν δεν τον ρωτούσε ποτέ κι εκείνος δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται τις μικρές της αποδράσεις.
Τα χρήματα τα διαχειρίζονταν εκείνος, αιματηρές οικονομίες για να γυρίσουν πίσω και να στήσουν τη δική τους δουλειά, αυτό ήταν το σχέδιο, όμως ο Γιώργος εμφανιζόταν πάντα με καινούρια ρούχα, ξενυχτούσε όποτε μπορούσε (χωρίς εκείνη φυσικά, μην την ρωτήσετε, δεν ξέρει!) και αγόρασε και ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο, ευκαιρία της είπε, μεταχειρισμένο.
Είχε αρχίσει να έχει σοβαρές υποψίες ότι της λέει ψέμματα.
Στη μητέρα της δεν έλεγε πόσο δύσκολα περνάει, ούτε πόσο αδιάφορος είναι ο Γιώργος, δεν ήθελε, για μια ακόμα φορά, να στενοχωρήσει τους γονείς της.
Ο Γιώργος εντωμεταξύ, μέρα με τη μέρα γινόταν πιο επιθετικός, απότομος και αδιάφορος, με μικρές εναλλαγές τρυφερότητας και καλοσύνης.
Κάποια βράδια επέστρεφε πιωμένος, με ρούχα που βρωμούσαν καπνό και δε σήκωνε κουβέντα και άλλα την ξυπνούσε, τη χάιδευε, τη φιλούσε και της έταζε τον ουρανό με τ'άστρα.
Μια μέρα, για ασήμαντη αφορμή -το πουκάμισο που ήθελε να φορέσει ήταν ασιδέρωτο- τη χτύπησε και την επόμενη μέρα της έφερε δώρο ένα δακτυλίδι, ικετεύοντάς την να τον συγχωρέσει.
Και τον συγχώρεσε, λέγοντας στον εαυτό της ότι δε φταίει μόνο εκείνος κι εκείνη δεν είναι καλή σύντροφος και ίσως έχει δίκιο να την τιμωρεί!
Τόσο τυπική συμπεριφορά θύματος...

Tελικά ο Γιώργος είχε όλα τα χαρακτηριστικά που πρέπει oπωσδήποτε να αποφύγει μια γυναίκα.
Ψεύτης, πότης, χαρτοπαίκτης και βίαιος δεν του έλειπε τίποτα για να χαρακτηριστεί κάθαρμα!
Να λοιπόν που δεν ήταν ο Ξανθόπουλος ο ήρωάς του από εκείνες τις ταινίες της δεκαετίας του 60, αλλά ο κακός, αυτός που ταλαιπωρούσε τη φτωχή, πλην όμως τίμια, πρωταγωνίστρια, μέχρι να τη σώσει ο ήρωας από τα νύχια του.
Κλισέ, αλλά καμιά φορά η ζωή αντιγράφει την τέχνη με τον πιο κακόγουστο τρόπο!
Αυτή η ιστορία όμως δεν είχε κανέναν ήρωα, κανένα νέο, όμορφο και τίμιο παιδί του λαού δεν πήγε στην Ολλανδία να σώσει τη μικρή μας φίλη.
Η κοκκινοσκουφίτσα μας έπεσε στα νύχια του κακού λύκου λοιπόν;
Μια στιγμή!
Έλληνες είμαστε και οι εφευρέτες του "από μηχανής Θεού", έτσι δεν είναι;
Η λύτρωση της Σταυρούλας (η κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας) ήρθε με τη μορφή ενός επίσημου εγγράφου που έφτασε ένα πρωί στο πατρικό της.
Ο πατέρας της της μετέδωσε τα καλά νέα.
"Παιδί μου, σε προσλάβανε νοσηλεύτρια σε νοσοκομείο της Κρήτης!"
Η προκύρηξη είχε βγει 1,5 χρόνο πριν και η Σταυρούλα την είχε εντελώς ξεχάσει και για μερικά δευτερόλεπτα νόμιζε ότι κάποιος της κάνει πλάκα!
Η χαρά της φούσκωσε και πλημμύρισε το μικρό της σπίτι, αλλά τη μάζεψε γρήγορα και τη φύλαξε βαθιά στην καρδιά της καθώς κατάστρωνε γρήγορα, πριν έρθει εκείνος, ένα σχέδιο διάσωσης...
Ο Γιώργος δεν έμαθε τίποτα.
Η Σταυρούλα, αόρατα και σιωπηλά, όπως πάντα, συγκέντρωσε χρήματα (βρήκε που τα έκρυβε), έβγαλε εισητήριο, και ένα απόγευμα που ο Γιώργος πήγε στη δουλειά, αλλά εκείνη κανόνισε να έχει ρεπό, έφυγε από την Ολλανδία και τη ζωή του με ένα απλό μήνυμα πάνω στο τραπέζι:
"Φεύγω. Μη με ψάξεις. Τελειώσαμε. Σταυρούλα"

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Η "αόρατη" (α' μέρος)





H Σταυρούλα είναι το 2ο παιδί της οικογένειας, ανάμεσα σε 2 αγόρια. Ο μεγάλος αδερφός, λίγο αργός στο μυαλό είχε την προσοχή των γονιών ως πρωτότοκος και προβληματικός και ο μικρός, ατίθασος και γοητευτικός, πάντα τους απασχολούσε με προβληματάκια απειθαρχείας, στο σχολείο, στη γειτονιά, στο στρατό.
Εκείνη ήταν ήσυχο παιδί και αυτονόητα υπάκουη, σχεδόν αόρατη αλλά πάντα παρούσα όταν τη χρειάζονταν για τις "γυναικείες" δουλειές.

Στο μικρό χωριό της Μακεδονίας που μεγάλωσε η πορεία της ήταν προδιαγεγραμμένη.
Βασικές σπουδές, μια δουλειά, κατά προτίμηση στο δημόσιο και μετά γάμος και παιδιά.
Ήταν μέτρια και ήσυχη μαθήτρια, σχεδόν αόρατη και στο σχολείο, τελείωσε το λύκειο και πέρασε σε ένα ΤΕΙ της Θεσσαλονίκης, "Τεχνολογία Τροφίμων", δηλαδή, "Tι πα να πει αυτό; Βλακείες! Δε θα πας πουθενά, δεν έχουμε λεφτά να σε στείλουμε στη Σαλονίκη για ντόλτσε βίτα και μετά να μη βρίσκεις δουλειά πουθενά, καλύτερα στα χωράφια!"
Τελικά η λύση βρέθηκε. Σχολή νοσηλευτικής διετούς φοιτήσεως στην κοντινότερη πόλη. "Γιατί δηλαδή; Δεν είναι μια χαρά η δουλειά της νοσοκόμας; Θα βρεις εύκολα θέση στο δημόσιο και θα γηροκομήσεις και τους γονείς σου."
Η Σταυρούλα δε διαμαρτυρήθηκε.
Γράφτηκε στη σχολή και την τέλειωσε στα 2 χρόνια ακριβώς, με πολύ καλό βαθμό.
Όμως τα νοσοκομεία δεν άνοιξαν τις αγκάλες τους να τη δεχτούν, για την ακρίβεια, προς μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση των γονιών της σε ολόκληρη τη Μακεδονία εδώ και χρόνια κάνουν από ελάχιστες εώς ανύπαρκες προσλήψεις νοσηλευτών διετούς εκπαίδευσης.
Και τώρα;
"20 χρονών κορίτσι, δε θα σε ταΐζουν μια ζωή οι γονείς σου", άρχισαν οι γκρίνιες και τα παράπονα, καλά καλά δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σχολή.
Γάμος τότε;
Να φύγει από το σπίτι, να μην είναι βάρος, να έχει την ελευθερία να κυκλοφορεί, "άλλες στην ηλικία σου, να, η Νίτσα η παλιά σου συμμαθήτρια, έχει και παιδί".
Ο Γιώργος από το διπλανό χωριό φάνηκε ως η μόνη πιθανή λύση.
8 χρόνια μεγαλύτερος, είχε τελειώσει από το στρατό και δούλευε στην ταβέρνα του χωριού τα σαββατοκύριακα και σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
Βρέθηκαν σε μια παρέα, η Σταυρούλα τον ήξερε, μικρή κοινωνία, όλοι γνωρίζονται πάνω κάτω, αλλά μέχρι τότε δεν του είχε δώσει καμιά σημασία.
Ο Γιώργος τη φλέρταρε επίμονα, όπως ποτέ μέχρι τώρα δεν την είχε φλερτάρει κανείς.
Ήξερε καλά τι χρειαζόταν τ' αυτιά και η καρδιά της ντροπαλής και αόρατης Σταυρούλας και εκείνη αφέθηκε, χωρίς όρους.
Όλα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα και πριν το καταλάβει καν, σε λίγους μήνες είχε βγει η απόφαση για το μέλλον της.
Ο Γιώργος ήρθε στο σπίτι και μίλησε με τον πατέρα της, "ντόμπρα και αντρίκεια πράγματα" είπε.
Θα την αρραβωνιαστεί και για λίγα χρόνια, μέχρι να μαζέψουν λεφτά για το γάμο, "για ν'ανοίξουμε το δικό μας σπιτικό, κορίτσι μου", θα πάνε να δουλέψουν στην Ολλανδία, στην ταβέρνα ενός θείου, που είναι εκεί χρόνια και έχει προκόψει.
Η Σταυρούλα δεν ήθελε να φύγει. Δεν είχε φανταστεί έτσι το μέλλον της. Ούτε καν για το αν ήταν ερωτευμένη δεν ήταν σίγουρη. Πως θα πήγαινε σε μια ξένη χώρα, που δεν ήξερε κανέναν, ούτε καν τη γλώσσα, με έναν άντρα που μέχρι πριν λίγο καιρό αδιαφορούσε και για την ύπαρξή του ακόμα, χωρίς την οικογένεια και τους φίλους της;
Όμως η απόφαση πάρθηκε ερήμην της, για μια ακόμα φορά.
"Αυτή είναι η τύχη σου κόρη μου. Ένας άντρας σου πέφτει. Ο Γιώργος είναι καλό παιδί, τίμιο, με καλό σκοπό. Θα σε φροντίσει. Εξάλλου, τώρα που "ακούστηκες" στο χωριό, τι θα πει ο κόσμος αν χωρίσεις;"
Έτσι, το μικρό, αόρατο κορίτσι, ντύθηκε, στολίστηκε, αρραβωνιάστηκε μια Κυριακή και ένα μήνα μετά πήρε μια βαλίτσα με λίγα ρούχα και ένα βιβλίο με φράσεις στα Ολλανδικά, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε μόνη το ταξίδι για το άγνωστο, που τόσο την τρόμαζε αλλά δεν το είχε πει πουθενά.
Μόνη; Κι ο Γιώργος;
Α, ναι, δεν το είπαμε αυτό ε;
Ο Γιώργος έφυγε σχεδόν αμέσως μετά τον αρραβώνα, να πάει να ετοιμάσει τη "φωλίτσα που θα στεγάσει την αγάπη μας κορίτσι μου"...
(σ.σ.Πολύ Ξανθόπουλο έβλεπε αυτός μικρός!)

Συνεχίζεται...

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Ιστορίες από την κρύπτη. "Να δέσω το γάιδαρό μου."

(σ.σ. Επέλεξα το πρώτο πρόσωπο στο κείμενο γιατί έτσι μου άρεσε αλλά αυτή η ιστορία δεν, επαναλαμβάνω δεν είναι προσωπική. Για να μη ρωτάτε πάλι...)


Ήμουν σχεδόν 29 όταν γνώρισα το Γιάννη. Θυμάμαι ακόμα πόση εντύπωση μου έκανε με την πρώτη ματιά. Ψηλός, μελαχροινός με μάτια στο χρώμα της θάλασσας και σκοτεινό βλέμμα.

Ο μικρός αδερφός της καινούριας κολλητής μου από τη δουλειά, της Χαράς.

Δεν το πίστευα ότι ήταν μόνο 23 χρονών! Φαινόταν μεγαλύτερος, σίγουρα μεγαλύτερος από μένα, έτσι μικροκαμωμένη που είμαι, έδειχνα 18 τότε!

Του άρεσα κι εκείνου, το είδα στα μάτια του, αλλά ήταν πολύ σοβαρός και ντροπαλός για να εκδηλωθεί.

Εγώ πάλι δεν είχα καμιά από τις δύο ιδιότητες. Είχα τις περιπετειούλες μου μέχρι τότε και γενικά ήμουν αρκετά "κοινωνική" με το άλλο φύλο.

Η μαμά μου, φυσικά, ανησυχούσε. "Άντε Αφροδίτη, τα χρόνια περνούν. Να βρεις έναν άντρα, να παντρευτείς, να δέσεις το γάιδαρό σου. Για πόσο ακόμα, νομίζεις θα περνάει η μπογιά σου; Πρόσεξε κακομοίρα μου, να είσαι σοβαρή. Οι άντρες δεν παντρεύονται τις εύκολες. Αχ, θα μου μείνεις στο ράφι και δε θα δω εγγονάκια από σένα!"
Όλο τέτοια άκουγα, αλλά δεν ίδρωνε το αυτί μου. Εξάλλου ήμουν ακόμα πολύ νέα και δροσερή, όπως το έδειχναν και οι μεγάλες επιτυχίες μου στους άντρες! Όποιον ήθελα τον είχα και τον έσερνα, κατά την γνωστή παροιμία περί αιδίου και πλοίου!

Τώρα όμως είχα βάλει στο μάτι το Γιάννη. Και δεν θα ησύχαζα αν δεν το έριχνα το τεκνάκι. Α, είμαι πεισματάρα εγώ. Σκορπιός με ωροσκόπο Λιοντάρι! Εκρηκτικός συνδυασμός!

Α, εδώ το πράγμα θέλει προσεκτική προσέγγιση, σκέφτηκα! Είναι βέβαια μικρός και αδερφός της κολλητής μου, αλλά τι πειράζει; Σαν πως θα τον παντρευτώ ή θ' αποπλανήσω το... ανήλικο;

Εκείνο το βράδυ δεν έδειξα τίποτα αλλά φρόντισα να τον ξαναδώ, πάλι μέσω της Χαράς, χωρίς να της πω τίποτα από τα σχέδιά μου.

Κάτι υπονοούμενα που έριξα στην αρχή για να κόψω κίνηση είχαν αρνητική αντιμετώπιση από μέρους της. Κατάλαβα ότι δεν θα την έχω σύμμαχο και ότι έπρεπε να κρατήσω πολύ χαμηλό προφίλ στις κινήσεις μου.

Και να οι βόλτες όλοι μαζί, να τα μπάνια στη θάλασσα (όπου φρόντιζα να εκθέτω όσο πιο προκλητικά γινόταν τα κάλλη μου), ε, πολύ θέλει; Κανονίσαμε στα κρυφά ένα ραντεβού και...
Ω, Θεέ μου! Το καλύτερο σεξ της ζωής μου! Καλά λένε ότι Ταύρος με Σκορπιό ταιριάζουν καταπληκτικά στο κρεβάτι!

Ε, γλυκάθηκε και ο μικρός μετά και έπεσε με τα μούτρα!

Η Χαρά στο εντωμεταξύ δεν ήξερε τίποτα. Το έμαθε με "ωδυνηρό" τρόπο όταν μας έπιασε "επ' αυτοφόρω" στην αποθήκη του σπιτιού τους στο χωριό, ένα μεσημέρι που νομίζαμε ότι κοιμούνται όλοι.

Μάλλον θα ξεχάστηκα και θα φώναζα, το παθαίνω πάνω στο πάθος!

Μαζί με τη Χαρά το έμαθε και όλη η οικογένεια!

Με μίσησαν, με πολέμησαν, ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες.

Ήμουν (με λίγα λόγια) μια γρια πουτάνα που τους κορόιδευα για να τυλίξω τον κανακάρη τους.

Άσε με, μωρέ, με τους κομπλεξικούς, οπισθοδρομικούς, χωριάτες!

Ο Γιάννης δεν πήρε θέση.

Σχεδόν δεν μίλησε για το θέμα.

Εγώ έκοψα κάθε σχέση με την οικογένειά του, μέχρι που άλλαξα και τμήμα στη δουλειά για να μη συναντιόμαστε με την αδερφή του, η οποία είπε σε όλους για την "προδοσία" μου.

Με το Γιάννη όμως συνεχίσαμε. Είχαμε τα σκαμπανεβάσματά μας, τους καβγάδες μας, τα πισωγυρίσματά του.

Πέρασαν εποχές που συζούσαμε, που δε μιλούσε στους δικούς του, που χωρίζαμε, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκαμε στο κρεβάτι.
Είχα φτάσει πια 37 χρονών.

Ακόμα μια μαζί με το Γιάννη και μια χώρια. Έπρεπε πια κάτι να γίνει, 8 χρόνια σχέση μετράγαμε. Εκείνος στα 31 δεν καιγόταν. Σκεφτόταν και τις αντιδράσεις των δικών του και κώλωνε. Όμως δεν είχα άλλα περιθώρια. Είχε έρθει, αν όχι παρέλθει, η ώρα να δέσω κι εγώ το γάιδαρό μου. Το έβαλα το μαχαίρι στο λαιμό με τελεσίγραφο: "ή με παντρεύεσαι ή χωρίζουμε". Δεν ήθελα να χωρίσουμε. Να πιέσω ήθελα. Κι όμως, χωρίσαμε...
Ο Γιάννης δεν άντεξε την πίεση και μου είπε ότι είναι καλύτερα να χωρίσουμε, να μη μου κάνει άλλο κακό, να βρω κι εγώ έναν άνθρωπο να κάνω οικογένεια, αφού το θέλω τόσο.

Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου...

Έμεινα μόνη, στα 37, τόσα χρόνια χαμένα, ποιον θα έβρισκα τώρα;

Έκλαιγα για μέρες, κάπνισα ένα βουνό τσιγάρα, ήπια ένα ποτάμι ουίσκι και άκουγα το τότε cd του Ρέμου, που μιλούσε για χωρισμό, ξανά και ξανά, ακόμα και στη δουλειά. Όλοι είχαν μάθει, όλοι με συμπονούσαν. Αλλά ήταν μόνο στο δικό μου χέρι ν'αλλάξει η κατάσταση.

Ήθελα το Γιάννη, τον αγαπούσα και ήταν, τώρα πια και θέμα πείσματος , δε θα έχανα έτσι τη μάχη. Δε θα με νικούσαν αυτοί, εγώ θα νικούσα.

Έκανα το σχέδιό μου πολύ προσεκτικά. Μελέτησα, οργάνωσα, σχεδιάσα. Ήθελα μόνο και λίγη τύχη...

Τον κάλεσα στο σπίτι, ήπιαμε, κλάψαμε, κάναμε απελπισμένο έρωτα και σε ένα μήνα τον πήρα τηλέφωνο να του ανακοινώσω ότι... θα γίνει πατέρας!
And the rest is history, που λένε.

Είχαμε τις αντιδράσεις τους, αλλά τελικά υποχώρησαν.

Δεν με νοιάζει τι ειπώθηκε πίσω από την πλάτη μου, εγώ, τελικά, τον έδεσα το γάιδαρό μου!

Τώρα είμαι 41, έχουμε 2 κοριτσάκια, γιατί έκανα αμέσως και το 2ο παιδί, να τον δέσω καλά και μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Ε, χάλασε βέβαια λίγο το υπέροχο σώμα μου από τις 2 γένες, αλλά νομίζω κρατιέμαι καλά, ακόμα. Εξάλλου, τι πειράζει; Είμαι μάνα και σύζυγος τώρα!

Ε, εντάξει, δεν κάνουμε πια και τόσο συχνά σεξ, υποχρεώσεις βλέπεις, κούραση, τα παιδιά.

Ε, ούτε και στοματικό του κάνω. Τέρμα αυτά πια. Τι περιμένει; Με το ίδιο στόμα που φιλάω τα παιδιά μου; Να ξεχάσει αυτά που ήξερε!

Ε, γκρινιάζει λίγο βέβαια, αλλά του περνάει!

Ο Γιάννης μου είναι καλός σύζυγος και υπέροχος πατέρας.

Είναι, νομίζω, πολύ τυχερός που επέμεινα!





Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Ιστορίες από την κρύπτη. Η μέθοδος του γραμματόσημου




Όταν εμφανίστηκε η Άσπα στην τράπεζα και είδαν όλοι το φανερό ενδιαφέρον του Στέλιου για εκείνη, οι μισοί είπαν: "Λες; Μακάρι!" και οι υπόλοιποι: "Όχι πάλι!"
Ίδιος σωματότυπος (ψηλή, λεπτή, καστανή), ίδιας πανεπιστημιακής κατάρτησης, ίδια μαγκιά, "μέχρι και το όνομα μοιάζει" είπε μια κουτσομπόλα συνάδελφος.

Όλοι περίμεναν με ενδιαφέρον και περιέργεια την εξέλιξη αυτής της ιστορίας με την νεοαφιχθήσα Ασπασία, αντικείμενο του πόθου του Στέλιου, να μοιάζει με την ...προκαθήμενή της Αντωνία και η ιστορία να φαίνεται να επαναλαμβάνεται, 10 χρόνια μετά!

Έχουν περάσει ήδη 10 χρόνια όταν διορίστηκε στην τράπεζα η Τόνια.
Με πανεπιστημιακές περγαμηνές και μάστερ -παρακαλώ- στη διοίκηση επιχειρήσεων, όλοι την αντιμετώπιζαν με δέος και ένα κόμπλεξ κατωτερότητας, ίσως.
Άσε που ήταν και μια κούκλα!

Την έδωσαν στον Στέλιο να την εκπαιδεύσει, τον 30άρη όμορφο, αθλητικό Στέλιο, που μια μικρή, εκ γεννετής αναπηρία στο δεξί χέρι τον είχε κάνει πολύ ντροπαλό με τις γυναίκες.
Στο Στέλιο, που αν και απόφοιτος ΤΕΙ, ήταν ο πιο έξυπνος, ο πιο γρήγορος, ο πιο ικανός υπάλληλος της τράπεζας.

Ο Στέλιος την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Εκείνη τον αντιμετώπισε φιλικά και στην αρχή δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τη λατρεία στο βλέμμα του, την τρυφερότητα στις κινήσεις του προς εκείνη.
Ο γκρινιάρης, μονόχνωτος, "δυσκοίλιος νέος", μεταλλάσονταν κοντά της σε έναν ήρεμο, χαμογελαστό ιππότη, έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία της δεσποσύνης του, με στόχο να κερδίσει την καρδιά της.

Ο στρίγγλος γινόταν αρνάκι!
Οι συνάδελφοί του δεν πίστευαν στα μάτια τους.
Μέχρι τότε, κάθε προσπάθεια να του βρουν νύφη είχε πέσει στο βρόντο, η μια του βρωμούσε και η άλλη του ξίνιζε, ήταν πολύ μικρός για γάμο, εξάλλου!
Είχε καταντήσει όμως πολύ δουλικός, χαλί να τον πατήσει κι εκείνη, σα βασίλισσα, καταδέχονταν πότε-πότε ένα χαμόγελο, μια τρυφερή κουβέντα.
"Τόνια, ο καημένος λιώνει για σένα, δεν τον βλέπεις; Τι θα γίνει; Θα το... αποκαταστήσεις το παληκάρι;", της έλεγαν.
"Μα, εγώ του το έχω ξεκαθαρίσει", έλεγε εκείνη. "Το Στέλιο τον βλέπω μόνο φιλικά".
Μόνο φιλικά λοιπόν, αλλά ήταν τόσο εύκολο να διεκπαιρεώνει εκείνος όλη τη γραφειοκρατία της, να της φτιάχνει καφέ, να τη φέρνει στη δουλειά με το αυτοκίνητο κι ας έκανε 20 λεπτά παραπάνω δρόμο 2 φορές τη μέρα.
Μόνο φιλικά τον έβλεπε και δεν ήθελε να τον πληγώσει, γι αυτό βγαίνανε πότε- πότε για φαγητό ή πήγαιναν εκδρομές, με άλλους πάντα και ήταν τόσο φυσικό να πληρώνει ο Στέλιος, αφού επέμενε, κάθε φορά!
Μόνο φιλικά, γι αυτό όταν είχε ερωτική απογοήτευση έτρεχε στην αγκαλιά του να κλαφτεί και να ζητήσει παρηγοριά και κατανόηση.

Ο καημένος ο Στέλιος, έπαιρνε τα ψίχουλα που η Τόνια του έδινε και δε ζητούσε τίποτα παραπάνω, μόνο που έλπιζε κρυφά ότι κάτι θ' άλλάξει, ότι εκείνη θα δει ότι είναι γραφτό να γίνουν ζευγάρι και ήθελε απλά να μείνει κοντά, μέχρι εκείνη να καταλάβει, επιτέλους ότι εκείνος είναι η αδερφή ψυχή της, το άλλο της μισό.
Και έγινε για συναδέλφους και φίλους "ο καημένος ο Στέλιος", "το κοροϊδάκι της δεσποινίδος".

Και τα χρόνια περνούσαν...

Η Τόνια έκανε σχέσεις με άντρες,τους οποίους φρόντιζε να γνωρίζει στον "κολλητό" της και "χάνονταν" για λίγο, αλλά πάντα κάτι πήγαινε στραβά και "γύριζε" στο λιμανάκι της.
Πάντα φιλικά, "τα έχουμε ξεκαθαρίσει αυτά".
Μέχρι που, πριν 2 χρόνια, εντελώς ξαφνικά, πήρε τη θέση υποδιευθύντριας σε κατάστημα γειτονικής πόλης και έφυγε από την τράπεζα, την πόλη και τη ζωή του.
Ο Στέλιος δεν έδειξε τίποτα.
Συνεχίζε να δουλεύει, όπως πάντα, να είναι το ίδιο μουρτζούφλης, όπως πάντα και οι φίλοι του, χωρίς να του που τίποτα ευθέως, άρχισαν πάλι να ελπίζουν, ότι ο 38χρονος Στέλιος θα έβρισκε πια μια γυναίκα να τον θέλει και να του ταιριάζει, να κάνει πια οικογένεια.
Απελευθερώθηκε, ξεκόλλησε!
Δύο ακόμα χρόνια πέρασαν αλλά η οικογενειακή κατάσταση του Στέλιου παραμένει "εργένης, ως τα μπούνια"!
Και έρχεται στην τράπεζα η 25χρονη Άσπα, τόσο φρέσκια και όμορφη, τόσο λυγερή... και τόσο ίδια με την Τόνια, 10 χρόνια πριν.
Και η ιστορία, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, επαναλαμβάνεται.
Τούτη εδώ είναι και τσαμπουκαλεμένη. Ξέρει πολύ καλά να πλασάρει τα θέλγητρά της, ξέρει να χειρίζεται τους άντρες κατά τις ορέξεις της, γνωρίζει καλά τη "μέθοδο του γραμματόσημου".
"Φτύνει" τον Στέλιο κι εκείνος "κολλάει".

Πιάνεται στα δίχτυα της κι εκείνη τον κρατάει ίσα - ίσα ζωντανό με τα γνωστά "φιλικά" ψιχουλάκια της.
Ο καημένος ο Στέλιος...
Ποιος του φταίει άραγε;
Ποιος μπορεί να τον βοηθήσει;

Όλοι έχουμε δικαίωμα στο "λάθος", αλλά αν δε διδακτούμε από αυτό θα πέσουμε "στη μέρα της Μαρμότας" και θα κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια λάθη και ίσως κάθε επόμενη φορά να είναι χειρότερες οι συνέπειες...

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Ιστορίες από την κρύπτη. Ο "extreme sportsman"


Ο Νίκος είναι ένα παληκάρι σαν τα κρύα τα νερά, που λένε.

Στα 32 του, αθλητικό κορμί, λεπτό και νευρώδες, ευγενική φυσιογνωμία, χαμηλών τόνων.

Δουλεύει απίστευτες ώρες σε μια εταιρία. Πρώτος πάει, τελευταίος φεύγει.

Ζει στην επαρχία, μακριά από γονείς και οικογένεια, άφησε την πρωτεύουσα για σπουδές και μετά μια μικρή επιστροφή αποφάσισε ότι δεν αντέχει τη ζωή εκεί και επέστρεψε στην πόλη που σπούδασε. Είχε βέβαια τους λόγους του.

Του Νίκου του αρέσουν πολύ τα extreme sports.

Όχι όμως "μπάντζυ τζάμπινγκ" και άλλες τουριστικές ψευτιές, αλλά τα αυθεντικά!


Ορειβασία, καταρηχήσεις, εξερεύνηση σπηλαίων, ράφτινγκ, καταδύσεις, κάνει ό,τι μπορεί για να είναι διαρκώς σε κίνηση! Και τι κίνηση, ε;

Δεν έχει αυτοκίνητο, κυκλοφορεί, φυσικά, με ποδήλατο, τρέφεται υγιεινά, (δεν τον πείθει κανείς να φάει πίτσα, όσο κι αν πεινάει) και συμμετέχει σε ακτιβιστικές ενέργειες οικολογικών οργανώσεων και στον Ερυθρό σταυρό.

Αν του τύχαινε μια ευκαιρία να πάει σε επικίνδυνη αποστολή σε κάποιο μέρος του κόσμου όπου θα έχουν συμβεί μεγάλες καταστροφές, σίγουρα θα έτρεχε εθελοντικά.
Ο Νίκος δεν έχει κοπέλα.

Πιθανότατα δεν είχε ποτέ.

Ναι, φυσικά και του αρέσουν οι γυναίκες.

Μήνες τώρα προσπαθεί να προσεγγίσει εκείνη τη γλυκιά κοπελίτσα από τον Ερυθρό Σταυρό, τη λογίστρια με τα γυαλάκια και το υπέροχο χαμόγελο που του φωτίζει τη μέρα, αλλά είναι πολύ ντροπαλός μάλλον κι εκείνη δεν έχει καταλάβει τίποτα από το ενδιαφέρον του. Ίσως πάλι και να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει.

Ζει τελείως μόνος κι έχει ελάχιστους φίλους.
Είναι που είναι τόσο κλεισμένος στον εαυτό του, είναι που τρομάζει τους άλλους με τις ασκητικές απόψεις του (όχι αυτές του Ασκητή, αυτές του Άγιου Ονούφριου), είναι που αρνείται να συμμετέχει σε μεγάλες παρέες.

Δεν το αντέχει. Προτιμά τη μοναξιά και την ηρεμία και αντιπαθεί να γνωρίζει καινούριο κόσμο.
Δεν είναι ότι δε μπορεί να κάνει μια ευχάριστη, φιλική συζήτηση, κάθε άλλο. Είναι που φοβάται. Τι; Μη δεθεί, μην αγαπήσει, μην πονέσει μάλλον, δεν είναι και τόσο σίγουρος τι ακριβώς.

Ο Νίκος έχει πολύ κακή σχέση με τον πατέρα του. Αυτή είναι η πηγή της διαμόρφωσης της συμπεριφοράς του.
Αυταρχικός, επιβλητικός και επιτυχημένος, αυτοδημιούργητος βιοτέχνης, πάντα πίστευε στην αυστηρή και λιτή διαπαιδαγώγηση του μοναχογιού του.

Σπαρτιάτικες συνθήκες, να σκληραγωγηθεί, να γίνει ικανός ν' αναλάβει την επιχείρηση.

Γι αυτό τον σπούδασε μάρκετιγκ ενώ εκείνος ήθελε νοσηλευτική. (εγώ δε θα κάνω το γιο μου...νοσοκόμα!).

Γι αυτό, αμέσως μετά το φανταρικό, τον πήρε στη δουλειά, ως...εργάτη, χωρίς ρεπό, χωρίς ωράριο και χωρίς λεφτά, εκτός ίσως από λίγα € χαρτζιλίκι.

Τι να τα κάνει τα πολλά; Δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε βγαίνει, άντε κανένα σινεμά το πολύ πολύ. Εξάλλου, μια μέρα όλη αυτή η ανθούσα επιχείρηση θα είναι δικιά του, έτσι δεν είναι;

Να δουλέψει τώρα που είναι νέος, να μάθει πως βγαίνουν τα λεφτά και έχει χρόνο και για διασκεδάσεις και για γκομενοδουλειές και απ' όλα!

Και όλα αυτά χωρίς μια γλυκιά κουβέντα, χωρίς επιβραβεύσεις, αντίθετα, οι βρισιές και οι κατηγόριες ήταν σε ημερήσια διάταξη.

Η αδερφή του είναι τυχερή. Είναι κορίτσι βλέπεις. Δεν είναι ο... διάδοχος. Σπούδασε αυτό που ήθελε, κάνει τη ζωή που γουστάρει. έμαθε να καλύπτει τα νώτα της, ξέρει να χειριστεί τον "πάτερ φαμίλια "με γαλιφιές και ναζάκια. Δεν έχει ανάγκη αυτή!

Ο Νίκος κατάπινε, κατάπινε και μια μέρα δεν άντεξε άλλο.

Πήρε τηλέφωνο έναν από τους ελάχιστους φίλους στην πόλη των σπουδών του και του ζήτησε, με μεγάλη δυσκολία είναι η αλήθεια, βοήθεια. Ένα μέρος για να μείνει προσωρινά, δανεικά για να ξεκινήσει και μια δουλειά, οποιαδήποτε...

Δεν του ήταν εύκολο.

Το έκανε σε μια στιγμή απελπισίας.

Ήταν το πρώτο και ίσως το μόνο αυθόρμητο πράγμα που έκανε ποτέ!

Να τον λοιπόν, πίσω στην πόλη που σπούδασε, με 2-3 φίλους, μια δουλειά που τον ικανοποιεί και την ανεξαρτησία που τόσο λαχταρούσε. Γρήγορα ξεπλήρωσε τα δανεικά και έστησε το δικό του σπιτικό.

Έχουν ήδη περάσει 5 χρόνια από τότε που έφυγε και με τον πατέρα του δεν έχει ανταλλάξει ούτε λέξη.
Εκείνος κάνει σαν να μην έχει γιο, σαν να μην είχε ποτέ. Ακόμα πολύ εγωιστής για να παραδεχτεί τα λάθη του, ακόμα ελπίζει ότι ο Νίκος θα έρθει πίσω, ηττημένος και θα πέσει στην ανάγκη του. Σκέφτεται ότι τότε θα δείξει μεγαλοψυχία και θα τον συγχωρέσει.

Ο Νίκος είναι μια μοναχική ψυχή, ένας λύκος της στέπας που τα βράδια ουρλιάζει για αγάπη και καταπονεί το σώμα του ψάχνοντας να βρει λύτρωση για την ψυχή του.

Άραγε θα βρεθεί η μοναδική εκείνη που θα τον αγαπήσει, θα τον βγάλει από τη μιζέρια του, θα τον κάνει να σταθεί συναισθηματικά στα πόδια του και θα διώξει τους δαίμονες μακριά; Θα τον βοηθήσει η τύχη ή η μοίρα ή ο Θεός στον οποίο βαθιά πιστεύει;

Μακάρι, γιατί ο ίδιος δε θα βοηθήσει τον εαυτό του και θα συνεχίσει να τρέχει, να σκαρφαλώνει, να βουτά και να κωπηλατεί μακριά από την αγάπη, που τόσο λαχταρά...

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Iστορίες από την κρύπτη. Η «Σουζανίτα», μέρος τρίτο (και τελευταίο)



Ναι, ρε φιλενάδα.

Γκέυ τελικά, όπως το ακούς! Ομοφυλόφιλος ως τα 35, είδε το ενδιαφέρον σου και αποφάσισε, πολύ συνειδητά, όντας απογοητευμένος από το άδοξο τέλος της μακροχρόνιας σχέσης του με ένα συνάδελφο, κουρασμένος από την κρυφή ζωή και αποφασισμένος να «αποκατασταθεί» στα μάτια της οικογένειάς του και να κάνει παιδιά, να κάνει σχέση μαζί σου.

Μην ανησυχείς! Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι έδωσε τέλος στην παλιά ζωή και ότι θα σε παντρευτεί και θα σου είναι πιστός.

Καημένε Γιώργο! Λες και η ομοφυλοφιλία είναι καμιά ασθένεια που γιατρεύεται με το κατάλληλο φάρμακο, ή καμιά κακή συνήθεια, όπως το κάπνισμα και θα το κόψεις!

Ποιον καροιδεύεις; Τον εαυτό σου μάλλον. Αλλά, για πόσο;

Σε συμπαθεί, μη φοβάσαι, σχεδόν σε αγαπά, κολακευμένος από τη δική σου αγάπη και θαυμασμό, είσαι κι εσύ το «θύμα»για το δικό του project.

Τι, δε με πιστεύεις;

Δε σου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι όλοι του οι φίλοι είναι γκέυ; Ότι τρελαίνεται για τη Γιουροβίζιον; Ότι βλέπει και ρομαντικές κομεντί και ποτέ έργα βίας; Ότι ακούει Μαρινέλλα; Ότι δε βλέπει ποδόσφαιρο και δε μιλάει ποτέ για πρώην σχέσεις; Ότι μπορεί να σου δώσει συμβουλές για καλλυντικά, μακιγιάζ και ρούχα, και συμβουλές διακόσμισης,αλλά δεν ξέρει που είναι η μπαταρία του αυτοκινήτου του; Ότι δε γυρίζει ποτέ να κοιτάξει μια ωραία γυναίκα που περνάει, παρά μόνο ίσως για να την σχολιάσει κακεντρεχώς; Ότι το σεξ είναι βιαστικό, σχεδόν ενοχικό και όχι πολύ συχνό; Τίποτα από όλα αυτά δε σε προβληματίζουν;

Ακόμα και ο κολλητός του, ο αδερφικός του φίλος, εκείνος ο γλυκούλης δάσκαλος από την Αθήνα, που πέρισυ διορίστηκε στην πόλη σας, αφού του τσάκισες τα νεύρα με τα προξενιά, αναγκάστηκε να σου ομολογήσει ότι είναι ομοφυλόφιλος.

Και μην κάνεις ότι δεν το είχες καταλάβει.Πάντα σε προβλημάτιζε η εξάρτηση που έδειχνε ο καλός σου για εκείνον. Το πως μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο. Τα μουρμουρητά και τα γελάκια, τα μυστικά. Ξέχασες τις σπιουνιές που είχες βάλει για εκείνον στη μανούλα του Γιώργου; Έπιασαν τόπο και ο κολλητός εξοστρακίστηκε, μόνο κρυφά τον βλέπει πια ο Γιώργος. Εσύ βέβαια του το παίζεις φίλη. Καλύτερα να τον έχουμε από κοντά, έτσι;

Την ηθελες σύμμαχο τη μητέρα, αλλά τη σπιουνιά πολλοί εκτίμησαν, το σπιούνο ουδείς! Πάει λοιπόν και η πεθερούλα. Σε θεωρεί «κατίνα» (μα, έτσι δε σε λένε;) και δε σε θέλει για νύφη. Το δήλωσε ξεκάθαρα στο γιό της.

Ωστόσο, εσύ εκεί! Σταθερή στις αποφάσεις σου. Πιστή στο σχέδιό σου!

Συγχαρητήρια Σουζανίτα!

Είσαι έγκυος.

Και αρχίζει ο πόλεμος από τα πεθερικά, οι συζητήσεις, οι γκρίνιες και οι διαπραγματεύσεις.

Ε, όχι!

Δεν έπρεπε να είναι τόσο δύσκολο αυτό το στάδιο!

Είσαι η μελλοντική μάνα των παιδιών του και των εγγονιών τους. Πως τολμούν να σου φέρονται με τόση απαξίωση;

Ευτυχώς ο Γιώργος είναι πολύ χαρούμενος με την εγκυμοσύνη και μπορείς να τον χειριστείς όπως θέλεις!

«Αχ, Γιώργο μου, πήγαινε πιο σιγά, το μωρό κλωτσάει!» (8 εβδομάδων!!!)

Τελικά, μετά από μερικές εβδομάδες συζητήσεων και στεναχώριας όλα πήγαν κατ ευχήν!

("Αφού πήγες και την γκάστρωσες, τι να κάνουμε, θα τη λουστούμε", είπαν με τα πολλά οι γονείς του.)

Έγινε και ο πολιτικός γάμος, σε στενό οικογενειακό κύκλο με πλήρη απουσία των φίλων του γαμπρού, φυσικά.

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς...

Ωπ, για, μια στιγμή!

Πόσο λες να κρατήσει αυτή η επίφαση ευτυχίας;

Ο Γιώργος πόσο θ’ αντέξει να καταπιέζει τη φύση του και ν’αρνείται τον εαυτό του; Μήπως θα ψαρεύει αγοράκια κρυφά σε κακόφημα μπαράκια μετά από 10 χρόνια, τρέμοντας να μην τον ανακαλύψουν; Ή θα μαραζώσει, θα είναι σε μόνιμη κατάθλιψη, ένα ανθρωπάκι που δεν τα έχει καλά με τον εαυτό του, μια "χαμένη ψυχή", κλειδωμένη για πάντα;

Η Κατερίνα θα είναι ικανοποιημένη με την επιτυχή έκβαση του σχεδίου της ή θα καταλήξει μια κακομαμημένη υστερική 45άρα, που θα φέρεται άσχημα στα παιδιά της και θα προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες της χύνοντας τόνους ιδρώτα σε ένα γυμναστήριο, ή καταναλώνοντας χιλιάδες γλυκά, ή χιλιάδες € σε ψώνια;

Ο χρόνος θα δείξει.

Στο κάτω κάτω, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του.

Μόνο που στις αποφάσεις ζωής δεν έχουμε 2η ευκαιρία!

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Ιστορίες από την κρύπτη. Η "Σουζανίτα", μέρος δεύτερο


Εντάξει λοιπόν κοπελιά!

Το πήγες το ραντεβού με το «κελεπούρι». Τι ραντεβού δηλαδή, αν θυμάσαι καλά εσύ του την «έπεσες» να πάτε σινεμά σε εκείνη την κουλτουριάρικη ταινία με τα πολλά βραβεία που ήθελε να δει κι εσύ σε άλλη περίπτωση ούτε που θα το σκεφτόσουν. Να ήταν καμιά ρομαντική κομεντί, μάλιστα!

Όπως και να έχει υποκρίθηκες ότι είσαι φαν και πήγατε. Οι 2 σας! Είχες προετοιμαστεί πολύ καλά για εκείνη τη μέρα. Περιποίηση προσώπου, σώματος, μανικιούρ-πεντικιούρ, αποτρίχωση, προσεκτικό μακιγιάζ και 2 ώρες να διαλέξεις τι να βάλεις. Τελικά, μάλλον υπερέβαλλες . Το βραδινό φορεματάκι με τα χρυσά πέδιλα, ίσως δεν ήταν η κατάλληλη αμφίεση, δείχνουν όμως πολύ εντυπωσιακά και σου πηγαίνουν πολύ, κυρίως μετά το σολάριουμ.

Πήρες το κομπλιμέντο του για την εμφάνισή σου και η βραδιά κύλησε με εσένα να προσπαθείς να αποσπάσεις καμιά κουβέντα κι εκείνον να σου μιλάει σπάνια και μόνο για την ταινία, που ούτε θυμάσαι τ’ όνομά της! Δεν πρόσεξες ούτε μια σκηνή. Είχες γείρει πάνω του και τον ακουμπούσες δήθεν τυχαία, να νιώσει τη γυναικεία σου θέρμη, να μυρίζει το ακριβό άρωμά σου. Οι ταινίες με τη Βουγιουκλάκη κάτι σε δίδαξαν!

Στο τέλος τον παρέσυρες για ένα ποτό. Κι εκεί δε μιλήσατε πολύ, είχε φασαρία. Γμτ, πρέπει να ξυπνήσει νωρίς αύριο είπε, έτσι άδοξα θα λήξει η βραδιά;

Σε άφησε έξω από το σπίτι με ένα φιλί πεταχτό για καληνύχτα και ένα νέο ραντεβού για εκείνο το νέο τρέντυ κινέζικο εστιατόριο που άνοιξε στην πόλη και που πολύ θα ήθελες να επισκεφτείς.

Χμμμ, προχωράει λοιπόν το πράγμα. Όχι τόσο γρήγορα όσο θα ήθελες γλυκιά μου, αλλά υπάρχουν ελπίδες, έτσι;

Βγήκατε και ξαναβγήκατε. Μόνοι και με παρέα. Δικοί σου φίλοι που δεν είχε αντίρρηση να γνωρίσει.

Ήταν γλυκός, τρυφερός, γεναιόδωρος και φιλικός με τους φίλους σου.

Δεν δε είχε γνωρίσει σε κανένα δικό του όμως.

Βρισκόσαστε μόνο Παρασκευές και Σάββατα γιατί αν και καλοκαίρι που δεν είχε δουλειά (καθηγητής είπαμε, φιλόλογος) βοηθούσε στο μαγαζί του μπαμπά του, ένα ψιλικατζίδικο στο κέντρο της πόλης.

Περνούσες συχνά από εκεί, δήθεν τυχαία, να πεις μια κουβέντα, να σε δει με τα καινούρια σου ρούχα, να δει τα ψώνια σου, να πάρεις τη γνώμη του, καθώς έχει πολύ καλό γούστο!

Σου έδωσε το πρώτο φιλί μετά από 7 ραντεβού και σου ζήτησε να κάνετε σχέση!

Κάνατε έρωτα μετά από 3 μήνες γνωριμίας και δεν είδες αστεράκια, αλλά δε σε πείραξε. Ήταν τρυφερός, δε σε πόνεσε, τέλειωσε γρήγορα και σε πήρε αγκαλιά μετά! Ιδανικός δηλαδή για σένα που η σχέση σου με το σεξ είναι, θα έλεγες «επιδερμική». Εξάλλου, έτσι δεν είναι για τις γυναίκες; Τα υπόλοιπα είναι που μετράνε!

Μετά από αυτό, μικρή μου «Σουζανίτα», θεώρησες ότι «τον έδεσες το γάιδαρό σου».

Και άρχισες να κάνεις όλα εκείνα τα λάθη που περιγράφονται στην ταινία “How to lose a guy in ten days”. Μα, καλά, πως και δεν την θυμάσαι; Ρομαντική κομεντί είναι!

Έτσι, άρχισες να συζητάς αμέσως για γάμο και πως θα τον ήθελες, γνωρίστηκες με τη μάνα του και «γίνατε φίλες», γέμισες το σπίτι του αρκουδάκια, έκανες παρεμβάσεις στη διακόσμηση του σπιτιού του(δεν είναι καταπληκτικές αυτές οι νέες φλόραλ κουρτίνες που πήρα για το δωματιό μας;), έκανες κρίσεις υστερίας και γκρίνιας ότι σε παραμελεί, έλεγες πως θέλεις να μοιάζουν τα παιδιά σας και βάφτισες το πέος του «μικρό πολεμιστή»!

Έκανες δηλαδή ότι σιχαίνεται ένας κλασσικός άντρας!

Κι εκείνος;

Εκείνος ήταν...χμμμ...αδιάφορος θα έλεγα, συμφωνείς;

Ε, τώρα που το βλέπεις από μακριά, τι θα έλεγες κι εσύ;

Δεν αντιδρούσε. Σε άφηνε να κάνεις ό,τι θέλεις και τα αντιμετώπιζε όλα, στωικά, με ένα χαμόγελο, σαν να μην τον αφορούσαν πραγματικά, σαν να ήταν αλλού.

Εσύ όμως αυτό δεν το έβλεπες.

Εσύ ήξερες ότι είναι ο καλός σου, ότι έχετε εκείνη τη σοβαρή σχέση που δε μπορεί παρά να καταλήξει σε γάμο, ότι σε αγαπάει και σου το δείχνει. Συγκρατημένα, γιατί έτσι είναι ο Γιώργος, έτσι αγαπάει.

Εντωμεταξύ, ήξερες την αλήθεια;

Παραδέξου το Κατερίνα- Σουζανίτα.

Μέσα σου βαθιά ήξερες και ξέρεις τι ακριβώς συμβαίνει, έτσι δεν είναι;

Απλώς σε συμφέρει να εθελοτυφλείς.

Και χτίζεις πύργους στην άμμο «σα να τα ‘ναι η άμμος πέτρα».

Εκείνος όμως, τι να σκέφτεται άραγε; Έχεις ποτέ μπει στη διαδικασία να φανταστείς πως βλέπει τη σχέση σας;

Γιατί Κατερίνα μου, ξέρεις, ο Γιώργος είναι όντως γκέυ!

συνεχίζεται...